Προβεβλημένα

ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ

Η Γενική Συνέλευση του Συλλόγου Εργαζομένων στο ΚΕΘΕΑ αποφάσισε τα εξής, ως απάντηση στο προσχέδιο νόμου που κατέθεσε για διαβούλευση η Ομάδα Εργασίας του ΔΣ του ΚΕΘΕΑ για τον Οργανισμό ΚΕΘΕΑ.

Με μεγάλη έκπληξη διαβάσαμε το προσχέδιο που μας αποστείλατε για το χαρακτήρα και τον τρόπο λειτουργίας του ΚΕΘΕΑ. Κατόπιν της διαβούλευσης στη Γενική Συνέλευση των Συλλόγου Εργαζομένων στο ΚΕΘΕΑ, έχουμε να σχολιάσουμε τα εξής:

Το παρόν προσχέδιο:

  • Έχει συνταχθεί από μία επιτροπή η οποία φαίνεται ότι δεν καταλαβαίνει ή αγνοεί συνειδητά το χαρακτήρα του οργανισμού και του θεραπευτικού του μοντέλου και της 38χρονης λειτουργίας του.
  • Υπερβαίνει κατά πολύ την αρμοδιότητα της επιτροπής η οποία, σύμφωνα με την ΠΝΠ, θα έφερνε πρόταση για κανονισμό λειτουργίας και όχι ένα συνολικό σχέδιο αλλαγής του χαρακτήρα του.
  • Έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τις διαβεβαιώσεις του υπουργού Υγείας, κατά την έγκριση της ΠΝΠ από τη βουλή, για αναβάθμιση και όχι υποβάθμιση του ΚΕΘΕΑ, για σεβασμό στην θεραπευτική του πρόταση, για σεβασμό στα μέλη και τους εργαζόμενους, για άμισθο Διοικητικό Συμβούλιο.
  • Έρχεται μετά από ενάμιση χρόνο «διεργασίας» της επιτροπής – η οποία επέλεξε να το επικοινωνήσει με τη μορφή ανακοίνωσης – με 7 μόνο εργαζόμενους, χωρίς καμία περαιτέρω διαβούλευση και να το θέτει αυτή τη στιγμή σε μία προσχηματική διαβούλευση 10 ημερών, επί της συγκεκριμένης «κατασκευής» πριν πάρει το δρόμο του για επικυρωτικές αποφάσεις.
  • Έρχεται να εφαρμόσει ένα καθόλα αναχρονιστικό οργανωτικό σχήμα, με διαδικασίες υπερσυγκέντρωσης εξουσιών και λήψης αποφάσεων σε ένα διορισμένο από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία Δ/Σ, χωρίς να λαμβάνει  υπόψη του ούτε πιο επίκαιρα, ευέλικτα και συμμετοχικά οργανογραμματικά σχήματα οργανισμών υγείας από τη διεθνή εμπειρία, ούτε τις σύγχρονες κατευθύνσεις της κοινωνικής ψυχικής υγείας και των εφαρμογών της.
  • Έρχεται να αλλάξει εκ βάθρων τις διαδικασίες παρέμβασης και θεραπείας του φορέα-το μοντέλο- εισάγοντας ένα ριζικά διαφορετικό τρόπο προσέγγισης της θεραπείας. Οι αλλαγές των όρων κλειδιών της προσέγγισης, η απουσία της έννοιας της θεραπευτικής κοινότητας, οι αναφορές σε ξενώνες φιλοξενίας, οι αναφορές σε πολυδύναμα κέντρα συγκέντρωσης ανθρώπων ανεξάρτητα από την ηλικία, τα ατομικά χαρακτηριστικά, το είδος εξαρτητικής συμπεριφοράς, η απουσία της έννοιας της θεραπείας ως ζητούμενο αλλά της αποκατάστασης και η έμφαση στη μείωση βλάβης, η απουσία συμμετοχικών διαδικασιών των μελών και του προσωπικού είναι μερικά από τα νέα χαρακτηριστικά της προσέγγισης. Η «νέα» προσέγγιση, σημειωτέον, δε βασίζεται πλέον στην εμπειρία του ΚΕΘΕΑ από την πολύχρονη λειτουργία του, δε βασίζεται στον εμπλουτισμό της πρότασης με νέα εργαλεία από τη διεθνή βιβλιογραφία και τις καλές πρακτικές, δεν παραπέμπει με ειλικρινή τρόπο σε άλλα ελληνικά και διεθνή μοντέλα προσέγγισης της εξάρτησης, αλλά «προτείνει» ένα τρόπο διοίκησης των εργαζομένων και οργάνωσης των παρεμβάσεων με στόχο τον περιορισμό της ευθύνης των συμμετεχόντων, τον ετεροκαθορισμό της μεθοδολογίας και την αναγωγή σε κέντρα εγγραφής μελών με στόχο τη δια βίου αύξηση των αριθμών χωρίς έμφαση στο βάθος της παρέμβασης.
  • Έρχεται να εγκαθιδρύσει ένα πλαίσιο δικαιοδοσίας και ελέγχου, έναν κανονισμό εργασίας με πρωτοφανή έμφαση σε ελεγκτικές/«ποινικές» διαδικασίες και όχι συνεργατικές/διοικητικές. Η Επιτροπή Δεοντολογίας, η οποία αποτελούσε μοναδικό θεσμό σε επίπεδο αντίστοιχων οργανισμών και εγγυόταν τον έλεγχο δεοντολογικών συμπεριφορών και αποφάσεων, μετατρέπεται σε όργανο επιβολής κυρώσεων, από μία διορισμένη επί της ουσίας επιτροπή. Οι εργασιακές σχέσεις παύουν να ορίζονται από ελεύθερες διαπραγματεύσεις και Συλλογικές Συμβάσεις αλλά από νόμους που εισηγείται αποκλειστικά το ετεροκαθοριζόμενο ΔΣ. Η Γενική συνέλευση από όργανο συμμετοχής και αποφάσεων, έστω και αποκλειστικά για το θεραπευτικό μοντέλο σύμφωνα με την ΠΝΠ, μετατρέπεται σε όργανο που αποφαίνεται, επικυρώνει το στρατηγικό σχεδιασμό της διοίκησης και διατυπώνει γνώμη για τα θέματα που της τίθενται υπόψη από το ΔΣ.
  • Συντάχθηκε αγνοώντας καθ’ ολοκληρία τις ανάγκες και εμπειρίες των ανθρώπων που αποτελούν όλα αυτά τα χρόνια τον πυρήνα του ΚΕΘΕΑ: του προσωπικού, των μελών, των γονέων, των Συλλόγων Οικογένειας και εθελοντών, αλλά και των φίλων και των διεθνών επιστημονικών επιτροπών και επαγγελματιών στο χώρο. Δεν αναγνωρίζει ανθρώπους που ζητούν απεξάρτηση αλλά πελάτες, δε βλέπει επαγγελματίες που προσάρμοσαν ολόκληρη τη ζωή τους στο έργο τους αλλά κλασικούς δημοσίους υπαλλήλους που δεν πρέπει να έχουν λόγο για το αντικείμενο εργασίας τους, δεν αναγνωρίζει επιστήμονες αλλά διοικητικούς υπαλλήλους, δεν αναγνωρίζει απόφοιτους αλλά ανειδίκευτους.

Ποτέ οι εργαζόμενοι του ΚΕΘΕΑ δεν ισχυρίστηκαν ότι ο οργανισμός είναι τέλειος ή δε χρειάζεται αλλαγές. Πάντα στις συμμετοχικές διαδικασίες εκφράζονταν οι αγωνίες για τον τρόπο οργάνωσης, τις διαδικασίες διοίκησης, τη βελτίωση της θεραπευτικής πρότασης. Σημείο αναφοράς θα λέγαμε ότι ήταν οι διήμερες διαδικασίες του 2005, που όλοι μαζί προτείναμε ένα διαφορετικό οργανόγραμμα του φορέα αλλά και οι ολοκληρωμένες προτάσεις για τη βελτίωση της λειτουργίας του ΚΕΘΕΑ στα πλαίσια του διαλόγου για την ΣΣΕ, ο βελτιωμένος κανονισμός εργασίας, κοκ.

Το γεγονός ότι πολλές αλλαγές δεν προχώρησαν με τον τρόπο και στο χρόνο που οι εργαζόμενοι πρότειναν, το γεγονός ότι χάθηκαν ευκαιρίες και πολύτιμος χρόνος, το γεγονός ότι μπήκαν ενίοτε κομματικά καπέλα, δε σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι η συντριπτική πλειοψηφία των εργαζομένων στο ΚΕΘΕΑ «σφύριζε αδιάφορα» για την πορεία του οργανισμού ή ζητούσε άλλο μοντέλο διοίκησης. Το σύστημα του ΚΕΘΕΑ, παρά την επί πολλά χρόνια ουσιαστική απουσία του κράτους, λειτούργησε (με τα όποια λάθη του) με πραγματική ευθύνη για να εμπεριέξει τις παλιές και νέες ανάγκες των μελών του, να μη τους «λείψει» τίποτα από αυτά που χρειάζονταν για να προχωρήσουν με ασφάλεια και να αναπτυχθούν προσωπικά και κοινωνικά, και με μεγάλη προσωπική δέσμευση των ανθρώπων που το συντόνιζαν και το υπηρετούσαν. Το σύστημα του ΚΕΘΕΑ δεν το έφτιαξε το κράτος αλλά αποτελείται στην πραγματικότητα από αυτούς που το χρειάζονται και από αυτούς που το πονάνε. Και οι οποίοι ήταν πάντα περήφανοι για αυτό.

Αυτό που φέρνετε προς «διαβούλευση» είναι ένα άλλο μοντέλο διοίκησης και λειτουργίας, είναι μια πρόταση για τη διαχείριση και όχι για τη θεραπεία των μελών μας. Και ως εκ τούτου, δεν μπορεί να μπει σε διαβούλευση από εμάς. Ωστόσο, αν τελικά το προωθήσετε για επικύρωση, κάντε μας τουλάχιστον αυτή την τελευταία χάρη, έτσι για να πείτε ότι σε κάτι έχετε τη συναίνεσή μας. Μην το ονομάσετε ΚΕΘΕΑ, δεν αξίζει στην ιστορία και το έργο του ΚΕΘΕΑ αυτό το περιεχόμενο.

Ως εκ τούτου, το Προσχέδιο πρέπει να αποσυρθεί. Πραγματικός και δημοκρατικός διάλογος υπάρχει μόνο όταν εμπλέκονται ουσιαστικά σε αυτόν οι άνθρωποι που συναποτελούν τον πυρήνα του ΚΕΘΕΑ (εργαζόμενοι, Σύλλογοι Οικογένειας, μέλη Επανεντάξεων, επίτιμα μέλη ΔΣ ΚΕΘΕΑ), η ίδια η κοινωνία και όλοι οι εμπλεκόμενοι θεσμικοί φορείς της, για την επίλυση του προβλήματος που η κυβέρνηση έχει δημιουργήσει, προτάσσοντας μικροπολιτική και ιδεοληψίες. Στο πλαίσιο του διαλόγου αυτού, επιβάλλεται η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης του ΚΕΘΕΑ ως το ανώτατο αποφασιστικό όργανο σύμφωνα με το νόμο και το πάγωμα κάθε απόφασης μέχρι τη σύγκλησή της.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ, 5 Απριλίου 2021

Δια της πλαγίας οδού

Το σχέδιο γραφειοκρατικής μετάλλαξης και ουσιαστικής διάλυσης του ΚΕΘΕΑ που προωθούνταν από τη διορισμένη διοίκηση του ΚΕΘΕΑ και απορρίφθηκε από τους εργαζόμενους αλλά κυρίως από την κοινωνία ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων, φαίνεται να επανέρχεται από το παράθυρο προωθώντας, με την όποια ευκαιρία, αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία του Οργανισμού που έχουν άμεση και εμφανή επίπτωση στην παροχή των υπηρεσιών του.

Τελευταίο παράδειγμα αποτελεί η επιχειρούμενη κατάργηση του Θεραπευτικού Προγράμματος ΚΕΘΕΑ ΚΥΤΤΑΡΟ που λειτουργεί στην Πελοπόννησο, δια της διχοτομήσεώς του και του διαμοιρασμού των κομματιών του στην Ήπειρο και τον Πειραιά! Αφορμή αποτελεί η παραίτηση της υπεύθυνης του προγράμματος. Αιτιολόγηση της απόφασης είναι ότι θα τα ξαναδούμε αυτά όταν αλλάξουμε τον Οργανισμό. Αποτέλεσμα όμως είναι ότι κρίσιμες υπηρεσίες απεξάρτησης, δημόσιας υγείας δηλαδή, μιας ολόκληρης περιφέρειας θα τηλεποπτεύονται επιστημονικά και θα τηλεδιοικούνται, οι μισές από τα Ιωάννινα και οι υπόλοιπες από τον Πειραιά!

Γιατί προκρίνεται μια απολύτως και με κάθε πιθανό αξιολογικό κριτήριο ανορθολογική και προφανώς αναποτελεσματική και βλαπτική, καταρχάς για τις τοπικές κοινωνίες, λύση; Γιατί δεν προκηρύσσεται απλά, καθαρά και αξιοκρατικά η θέση του υπεύθυνου του προγράμματος; Το πλαίσιο υπάρχει, οι διαδικασίες υπάρχουν, γιατί δεν εφαρμόζονται; Αυτό όμως είναι ένα μόνο δείγμα.

Εν μέσω πανδημίας και αναστολών εργασίας που μειώνουν το διαθέσιμο προσωπικό, η Διοίκηση, αξιοποιώντας τη συγκυρία, συνεχίζει να λειτουργεί αδιαφορώντας για το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο του ΚΕΘΕΑ επειδή θέλει να το αλλάξει στο μέλλον για να το ελέγξει. Τα συλλογικά όργανα που σχεδίαζαν, αποφάσιζαν και εξειδίκευαν την πολιτική του Οργανισμού ουδέποτε συγκλήθηκαν από το 2019, ενώ ο υφιστάμενος κανονισμός εργασίας τηρείται κατά το δοκούν, με αποτέλεσμα την αποξένωση των εργαζομένων από την ίδια τους τη δουλειά και τη συνεχή αιμορραγία στελεχών.

Δεν είναι μόνον η περίπτωση της Καλαμάτας. Από την τοποθέτηση της νέας Διοίκησης καμία θέση ευθύνης δεν έχει προκηρυχθεί όπως προβλέπεται από το θεσμικό πλαίσιο του ΚΕΘΕΑ. Όλες είναι κατ’ ανάθεση, χωρίς καμία διαδικασία, κατά παράβαση του εσωτερικού κανονισμού και σε αντίθεση με την πρακτική των εκλεγμένων διοικήσεων του Οργανισμού.

Συνέπεια αυτής της πρακτικής είναι το ΚΕΘΕΑ να τελματώνει και να συρρικνώνεται. Η Διοίκηση χρησιμοποιεί το αποτέλεσμα της δικής της διαχείρισης, ως ευκαιρία για να προχωρήσει στη γραφειοκρατική μετάλλαξη του ΚΕΘΕΑ δια της πλαγίας οδού. Το ΚΕΘΕΑ διαθέτει οργανόγραμμα, κανονισμό εργασίας, όργανα και διαδικασίες. Το να θέλει κανείς να τα αλλάξει είναι ένα θέμα. Το να παραβιάζεται το πλαίσιο λειτουργίας δημόσιων οργανισμών επειδή δεν αρέσει, είναι ένα τελείως διαφορετικό και εξόχως σοβαρότερο ζήτημα.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ, 1 Οκτωβρίου 2021