ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ – Ψ.Ν.Α

4434986188_b8b5e00a1e
Οι εργαζόμενοι του ΨΝΑ δηλώνουν την κάθετη αντίθεση τους στην κατάργηση των Ψυχιατρείων και απαιτούμε παλεύοντας για:
· Αποκλειστικά Δημόσια & Δωρεάν Ψυχική Υγεία με ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ κάθε μορφής επιχειρηματικής δραστηριότητας (Μ.Κ.Ο.)
· Προσλήψεις μόνιμου προσωπικού σε όλες τις ειδικότητες για την κάλυψη των αναγκών των Μονάδων και των υπηρεσιών της Ψυχικής Υγείας
· Καμία ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ – ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ – ΑΠΟΛΥΣΗ
· Καμία μεταφορά κλινικών – υπηρεσιών
· Καμία παρακράτηση συντάξεων και άλλων περιουσιακών στοιχείων των ψυχικά πασχόντων
Δηλώνουμε ότι ο αγώνας αυτός γίνεται όχι μόνο για την διασφάλιση των θέσεων εργασίας μας αλλά προπάντων για την πρόσβαση ΟΛΩΝ σε σύγχρονες, ποιοτικές ΔΗΜΟΣΙΕΣ & ΔΩΡΕΑΝ υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας.
Καλούμε συγγενείς χρηστών Ψυχικής Υγείας, άνεργους, συνδικάτα, σωματεία εργαζομένων, ομοσπονδίες, εργατικά κέντρα, κοινωνικούς & πολιτικούς φορείς – συλλογικότητες, κόμματα & οργανώσεις να συμπαρασταθούν στο δίκαιο και μεγάλο αγώνα μας με την ενεργή συμμετοχή τους και με ψηφίσματα συμπαράστασης προκειμένου ΝΑ ΜΗΝ ΔΙΑΛΥΘΟΥΝ – ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ ΟΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ.
Αποκλείουμε σε αυτόν τον αγώνα τα κόμματα της συγκυβέρνησης, κάθε φασιστική οργάνωση και όσους υπηρετούν πιστά αυτή την πολιτική.
Η ΣΩΜΑΤΕΙΑΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΑΓΩΝΑ
ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΨΝΑ

ΕΚΤΑΚΤΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Ψ.Ν.Α  (ΔΑΦΝΙ)
 Το Δ.Σ του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων καλεί όλους τους εργαζόμενους σε έκτακτη  Γ.Σ  την ΠΕΜΠΤΗ στις 28/11/2013 και ώρα 10:00 στην αίθουσα πολλαπλών στο Υποστηρικτικό κτίριο ΨΝΑ
Προσωπικό ασφαλείας θα παραμείνει σε όλα τα τμήματα και κλινικές καθώς και κοινοτικές δομές και εξωτερικά ιατρεία. 

«Κάτω τα χέρια απ’ τις δομές» ή «έξω τα χέρια απ’ τις τσέπες»;-του Νίκου Λάιου.

Εργαζόμενοι στις υπηρεσίες αντιμετώπισης των εξαρτήσεων. 541585_565170416828657_1152763285_n

Το ζήτημα της αλλαγής καταλαμβάνει το κέντρο της δουλειάς μας με «αποδέκτες υπηρεσιών», στις δομές αντιμετώπισης της εξάρτησης. Γιατί τo δυσκόλεμα με τις αλλαγές συνδέεται με εμπλοκές στη δημιουργικότητα, την ανάπτυξη, την (αυτο-) κριτική, τη διάκριση υποκειμένου-αντικειμένου, τη συμβολοποίηση, την κοινωνικοποίηση, τη συγκρότηση ταυτότητας του ανθρώπου. Οι παράμετροι αυτές είναι κρίσιμες για τη δουλειά μας με θεραπευόμενους και εκπαιδευόμενους.
Κι ωστόσο, στον ίδιο χώρο δουλειάς «τρυπώνει» μια δική μας άρνηση για κείνες τις βαθιές αλλαγές που «απειλούν» ν’ απεξαρτήσουν εμάς τους ίδιους και τις υπηρεσίες μας από ό,τι φθάρθηκε και γίνεται εμπόδιο στην ανάπτυξη του έργου μας. Εμπόδιο στο συνταίριασμά του με τις κοινωνικές συνθήκες, αλλά και με τα προσωπικά οράματά μας, που μέχρι πριν από λίγα χρόνια «χωρούσαν» στο πλαίσιο της δουλειάς μας. Η άρνηση αυτή εκδηλώνεται καθημερινά. Με ευθείες ή πλάγιες σχέσεις πατρωνίας/πελατείας, με μια στάση αναμονής, ανάθεσης και μετάθεσης ευθυνών (προς την εργοδοσία, τη διοίκηση του συνδικάτου, «το κόμμα»-κάθε λογής σωτήρα), με «φυγή στην επιστημοσύνη», με σταδιακή απομάκρυνση απ’ τη ζωντανή κοινότητα, που υποτίθεται ότι υπηρετούμε.
Αν ο συλλογισμός δεν στέκει, το άρθρο τελειώνει εδώ για κάποιους.
Αν όμως ο συλλογισμός κάτι μάς λέει, τότε προκύπτουν ερωτήματα, όπως: Στη στενωπό των περιορισμένων οικονομικών μέσων, τα υπόλοιπα μέσα μας –που τα παινευόμαστε– δείχνονται ικανοποιητικά για να πετύχουμε τον σκοπό της προσφοράς μας στην κοινωνία; Διευκολύνουν και προωθούν ή δυσκολεύουν κι απομακρύνουν; Μπορούμε να τα συντηρήσουμε; αξίζει να τα ανατρέψουμε, αντικαθιστώντας τα με κάτι καινούργιο;
Βλέποντας έτσι το πράγμα, στην αντιμετώπιση της εξάρτησης το πρόβλημα του χάσματος μεταξύ μέσων και σκοπών γίνεται όψη του προβλήματος της απόστασης μεταξύ «ειδικών» και κοινότητας. Έτσι, η αλλαγή παύει να είναι «θεματική ενότητα», «αντικείμενο συνεδρίας». Γίνεται επίκεντρο ενός ζητούμενου Τ(ρ)όπου Σχέσης, όχι τεχνικά και κατ’ επάγγελμα («θεραπευτική σχέση», «ολομέλεια ομάδας» κ.ο.κ.), αλλά υπαρξιακά και καθολικά.
Το ταμπούρωμα πίσω από έναν σωρό παλιών υλικών αντίληψης και συμπεριφοράς, στην καλύτερη περίπτωση κατασκευάζει ένα «παρατηρητήριο» των πραχτικών αλλαγών στην κοινωνία – στα μέλη της, στις μεταξύ τους σχέσεις. Λίγο απασχολεί την κοινωνία αν το «παρατηρητήριο» στελεχώνεται από άγρυπνους φύλακες ή αν στα λάβαρά του ανεμίζονται «βαθυστόχαστα»/«επιστημονικά»/«σωστά» συνθήματα. Κι αυτό που θα περίμενε κανείς να απασχολεί εμάς είναι ότι, παραμένοντας «στη βίγλα», οι ίδιοι αναιρούμε τη χρεία ύπαρξης των υπηρεσιών μας, όσον αφορά τη ζωντανή κοινωνία.

Το ταμπούρωμα σε «αυτό που έχω»
Η άποψη του άρθρου είναι ότι οι οικονομικές πολιτικές συντριβής των κοινωνικών υπηρεσιών εφαρμόζονται τόσο πιο ανώδυνα όσο πιο εύκολα οι «ειδικοί» συμπληρώνουμε ηθικά και αξιακά αυτήν τη συνθήκη της καταστροφής. Αυτό γίνεται με το να βάζουμε τη φαντασιακή αυτοσυντήρησή μας ως «ειδικοί» σε δομές «με ονομασία προέλευσης», πάνω απ’ τις πραγματικές αλλαγές που συγκλονίζουν ολόκληρη την κοινωνία – γι’ αυτό κι εμάς, τους χώρους και τα επιστημονικά μοντέλα δουλειάς μας. Δεν υιοθετούμε εδώ μια στάση «υπεράνω». Αντίθετα, θέλουμε να δείξουμε πως το δίχτυ, όπου όλοι μ’ αγωνία παλεύουμε πιασμένοι, δεν ξηλώνεται με ακαδημαϊσμούς. Παραπέρα, ότι δεν απομακρύνονται οι πολιτικές διάλυσης των υπηρεσιών αντιμετώπισης της εξάρτησης με το να συσπειρωνόμαστε γύρω από «αυτό που έχουμε». Ότι ίσα-ίσα απ’ αυτό το τελευταίο τρέφονται, πάνω του στήνονται εκβιασμοί «αργού θανάτου».
Η αντίληψη «κρατάω αυτό που έχω» δουλεύει εγκάρσια, διαπερνά ψυχικά «δεξιούς», «αριστερούς», «κεντρώους» [sic] – προσθέστε ό,τι θέλετε στο ιδεολογικό φάσμα. Είναι πτυσσόμενη, γονατίζει σε ένδειξη «ευθύνης και ρεαλισμού», με την ίδια άνεση που μ’ έναν διανοητικό πήδο φτάνει στα δυσθεώρητα ύψη του «επανάσταση ή τίποτα». Είναι θολή, εκφράζει σύγχυση και άρνηση, αφού σ’ όλες τις εκδοχές της σημαίνει «δεν θέλω ν’ αλλάξω, ελπίζω να μην αλλάξουν κι οι συνθήκες μπας και τη βγάλω». Άρα, όποιο φαντεζί κουρέλι κι αν ρίχνει πάνω της, είναι μεταφυσική. Γιατί ό,τι γεννιέται, αναπότρεπτα πεθαίνει, για ν’ αντικατασταθεί από κάτι άλλο. Και στ’ αναμεταξύ αλλάζει. Αυτή είναι η μόνη «σταθερά» στη διαρκή κίνηση των πάντων. Ας το ξανασκεφτούμε, λοιπόν, όσοι φαντασιωνόμαστε πως τα Κέντρα Πρόληψης, το ΚΕΘΕΑ, το 18Άνω, ο ΟΚΑΝΑ υπάρχουν από αρχαιοτάτων χρόνων και πρέπει να υπάρχουν μέχρι να σβήσει το ηλιακό μας σύστημα απ’ το σύμπαν.
Βάζουμε έτσι το ζήτημα, «προβοκατόρικα», στην καρδιά του, για να υπογραμμίσουμε ότι δεν είναι σοβαρή στάση να θέλουμε να γραπωνόμαστε από «αυτό που έχουμε». «Αυτό που έχουμε» ως εργαζόμενοι σε δομές αντιμετώπισης της εξάρτησης αλλάζει κάθε στιγμή. Ραγδαία και προς το χειρότερο, στις μέρες μας. Με ρήγματα ενδιάμεσα που τα προκαλούν οι κορυφώσεις της λαϊκής κίνησης, ανακόπτοντας την «κανονικότητα» της πορείας των πραγμάτων προς την πλήρη διάλυση. Και, όχι λοιπόν, δεν την ανακόπτουν τα αφεντικά μας κι οι πάτρωνες κάθε λογής μ’ όλα τα λόμπι τους για διατήρηση των προνομίων τους, όπως αυτή περνά απ’ τη διασωλήνωση των ετοιμοθάνατων δομών μας. Αυτών που «α, είναι καλύτερες, όμως, απ’ τις άλλες»… Παρηγοριές στον άρρωστο…

Σύνθεση της αντίθεσης «κρατάω/αφήνω»
Καθεμιά απ’ τις κρίσιμες αλλαγές προς όφελος του λαϊκού συλλογικού υποκειμένου -και μονάχα αυτές- έχουν αντανακλαστεί ενισχυτικά, απελευθερωτικά στη δουλειά μας. Κι όταν ο λαϊκός παράγοντας βρίσκεται σε υποχώρηση στον πολιτικό στίβο, τότε γινόμαστε σκιές με επιστημονική κατάρτιση στον χώρο δουλειάς μας. Αυτό βιώνεται, η διαπίστωσή του δεν είναι ζήτημα φιλοσοφίας, αλλά ειλικρίνειας.
Με το διπλό ρόλο μας (κοινωνικά υποκείμενα, εργαζόμενοι σε δομές κοινωνικής πρόνοιας), συμμετέχουμε και στις δυο αντιθετικές δέσμες κινήσεων: σ’ αυτήν που υποδουλώνει και σ’ αυτήν που χειραφετεί. Άσχετα αν ενεργητικά ή παθητικά, συνειδητά ή ασυνείδητα. Το «κλειδί» είναι πως η επικράτηση της μιας ή της άλλης κατεύθυνσης, στη μεταξύ τους διαπάλη, δεν είναι ζήτημα αφηρημένο, θεωρητικό. Αντίθετα, είναι συνάρτηση και της δικής μας απόφασης για ενεργό, συνειδητή, στοχευμένη συμμετοχή στις αλλαγές, που «με το τσουβάλι» συμβαίνουν, ειδικά στις μέρες μας. Τέτοια ενσυνείδητη συμμετοχή σημαίνει παύω να νομίζω τον εαυτό μου «φύλακα στη βίγλα», σημαίνει ξεταμπούρωμα κι απόφαση ν’ αλλάξω ο ίδιος θεληματικά, για να έχω λόγο στην κίνηση που, έτσι κι αλλιώς, εκτυλίσσεται μέσα μου και γύρω μου. Κι αυτό -το ξέρουμε οι «ειδικοί»- εύκολα λέγεται, δύσκολα γίνεται.
Το ίδιο ισχύει για τις δομές αντιμετώπισης της εξάρτησης, ως πλαίσια. Αν οι εργαζόμενοι δεν φροντίσουμε τη ριζική αλλαγή τους, σύμφωνα με τις ανάγκες και τις επιθυμίες των λαϊκών στρωμάτων και με την ουσιαστική συμμετοχή τους, τότε θα συνεχίσουν ν’ αλλάζουν στα χέρια των ξεθεμελιωτών της κοινωνίας. Τέτοια χέρια θα δώσουν και τη χαριστική βολή στις ετοιμοθάνατες δομές μας, αν εμείς δεν αναζητήσουμε με τι θέλουμε να τις αντικαταστήσουμε κι αν δεν διεκδικήσουμε αυτό το καινούργιο – για την κοινωνία, με την κοινωνία. Διαφορετικά, θα συνεχίσουν ν’ αλλάζουν- για τους δανειστές, με κάθε διοίκηση και με κάθε κυβέρνηση.
Μα, σαν χοντρό παιχνίδι δεν πάει ν’ ανοίξει ένα άρθρο σ’ εφημερίδα; Όχι δα. Παίζεται ήδη τέτοιο στην καθημερινότητά μας. Θέλετε, το λέμε κι αλλιώς: Τέρμα τα μικρούτσικα παιχνιδάκια. Τα «σιγά μη βγάλω εγώ το φίδι απ’ την τρύπα». Αλλά κι εκείνα εκεί τα «ή ταν ή επί τας», που δεν είναι παρά χαραγμένα σε καραμελίτσες μαζί με την ένδειξη «πιπίλησε μία πριν και μία μετά από κάθε γαργάρα».
Δεν υπάρχει πιο φριχτός Τ(ρ)όπος από ένα παγωμένο Τώρα, ξάπλα στο φέρετρο «αυτού που έχουμε». Ή θα αποτελειώσουμε εμείς «αυτό που έχουμε», κρατώντας μόνο ό,τι ακόμα αξίζει κι αρχίζοντας να φτιάχνουμε αυτό που θέλουμε ή δίκαια θα μας πάρει και θα μας σηκώσει. Εμάς ως «ειδικούς». Γιατί Εμείς ως κοινωνία έχουμε αρχίσει να περπατάμε άλλους δρόμους, για να Ζήσουμε. Κι όχι απλά για να επιβιώνουμε με τους «ειδικούς» αγνάντια.

* Ο Νίκος Λάιος είναι κοινωνικός ανθρωπολόγος,
γ.γ. του Σωματείου Εργαζομένων στα Κέντρα Πρόληψης

ΠΗΓΗhttp://www.edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=13437:%CE%BA%CE%AC%CF%84%CF%89-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%E2%80%99-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82-%CE%AE-%CE%AD%CE%BE%CF%89-%CF%84%CE%B1-%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%80%E2%80%99-%CF%84%CE%B9%CF%82-%CF%84%CF%83%CE%AD%CF%80%CE%B5%CF%82&Itemid=50

Για ποιους δουλεύει ο Α. Γεωργιάδης; Μπίζνες με τη ζωή και το θάνατο – των Α.Μάντζιου, M.Μπούρου, Ε. Μπαμπαλώνα *

 
 Η ζωή ως όριο

Μία από τις κεντρικές παραδοχές στις οποίες στηρίζεται το σημερινό πρόγραμμα εσωτερικής υποτίμησης, είναι ότι τα χρόνια προ κρίσης «ζούσαμε πάνω από τις δυνατότητες μας». Η πολιτική που ακολουθείται ως απάντηση στην κρίση αναδεικνύει, μεταξύ άλλων, μια διαλεκτική ένταση ανάμεσα στο «ζούσαμε» και στις «δυνατότητες». Σε πρώτο επίπεδο η επιβολή της βίαιης υποτίμησης σημαίνει να «μάθουμε» να ζούμε με λιγότερα. Λιγότερα δικαιώματα, όνειρα, ανάγκες, συναισθήματα. Λιγότερη αξιοπρέπεια. Αναφερόμαστε στις «δυνατότητες», δηλαδή ακόμα ζούμε.

Το δεύτερο επίπεδο όμως προχωράει κάπως πιο βαθιά. Εδώ και καιρό αρχίζει να φαίνεται ότι στην κατάσταση που βιώνουμε δεν χωράμε όλοι. Κάποιοι περισσεύουν. Το «δεν χωράμε όλοι», μέχρι τώρα μπορεί να σήμαινε κυρίως μετανάστευση για τους νέους ή καταπάτηση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μεταναστών. Σήμερα όμως αποκτά το συνολικό του νόημα. Εδώ είναι που πλέον μπαίνουμε στο «ζούσαμε». Αυτή η πολιτική φροντίζει με τον πιο απόλυτο τρόπο να καταλάβουμε πως είμαστε περιττοί και πλεονάζοντες. Αυτή η πολιτική δημιουργεί την ταυτότητα του περιττού και μας τη δίνει. Το ότι πλέον περισσεύουμε, είμαστε υπεράριθμοι, τίθεται από τη μεριά του κράτους με τον πιο συνολικό και σαφή τρόπο που θα μπορούσε να τεθεί. Με όρους ζωής.

Στο κομμάτι της δημόσιας υγείας η λογική της εσωτερικής υποτίμησης φτάνει στα όρια της. Το όριο αυτό δεν είναι άλλο από την ίδια την ανθρώπινη ζωή. «Δεν είναι ώρα το κράτος να αυξήσει τις δομές του, αλλά να τις μειώσει» δήλωσε ο υπουργός υγείας. «Δεν μπορώ να ασχοληθώ με όλους σας, κάποιοι θα ψοφήσετε». Το δεύτερο δεν το είπε. Αλλά δεν έχει σημασία γιατί το υλοποιεί με τον πιο αποφασιστικό τρόπο. Με τη συγκεκριμένη όμως πολιτική πέρα από το ζήτημα της αναδιάρθρωσης και της υποτίμησης της εργασίας ως απάντηση στην κρίση, ανοίγονται και άλλοι δρόμοι. Η πολιτική που αρχίζει να υλοποιείται στον χώρο της δημόσιας υγείας αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα εφαρμοσμένης «βιοπολιτικής».

Παραθέτουμε ένα απόσπασμα από μία συνέντευξη του Ιταλού φιλόσοφου Giorgio Agamben:

«O Φουκώ έδειξε στις παραδόσεις του ότι η ασφάλεια ως τεχνική διακυβέρνησης εισήχθη από τους φυσιοκράτες τις παραμονές της γαλλικής επανάστασης. Ποιο ήταν το πρόβλημα της εποχής; Ήταν οι λιμοί, πώς να αποτρέψουμε την εμφάνιση του λιμού. Ως τότε δεν είχαν σκεφτεί ποτέ μ’ αυτό τον τρόπο, συνέλεγαν δημητριακά, κ.ο.κ. Οι φυσιοκράτες είχαν αυτή την ίσως ιδιοφυή ιδέα: δεν θα επιδιώκουμε πλέον να αποφύγουμε τους λιμούς. Θα τους αφήνουμε να συμβούν, αλλά μετά θα είμαστε έτοιμοι να τους διακυβερνήσουμε, να τους προσανατολίσουμε, να τους διασφαλίσουμε προς μια ορθή κατεύθυνση.»

 «Δεν έτυχε, πέτυχε!»  

Βρισκόμαστε μπροστά σε μία συνειδητή πολιτική επιλογή, που σχεδιάζει με όρους ζωής και θανάτου. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που έρχεται όχι να αποτρέψει αλλά να «προσανατολίσει», να διαχειριστεί τον θάνατο και τον φόβο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση «προσανατολισμός» σημαίνει μεταξύ άλλων ανάκαμψη της κερδοφορίας. «Εγώ εδώ εκπροσωπώ τον ιδιωτικό τομέα», είχε δηλώσει σε πρωινή εκπομπή γεμάτος καμάρι ο υπουργός Υγείας. Μετά από μερικές μέρες προσέθεσε ότι «το ιδιωτικό σύστημα υγείας μας συμφέρει περισσότερο από το δημόσιο». Προφανώς εννοούσε αυτούς που εκπροσωπεί. Γιατί, ποιοι είναι αυτοί που τους συμφέρει περισσότερο; Το παράδειγμα των ΗΠΑ ίσως μας διαφωτίσει κάπως:

«Οι Ηνωμένες πολιτείες είναι το μοναδικό «ανεπτυγμένο» καπιταλιστικό κράτος που δεν έχει γενικό σύστημα υγείας. Το 2009, πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι στις ΗΠΑ δεν είχαν ιατρική περίθαλψη. Τα κρατικά έξοδα για την υγεία φτάνουν στο 15% του ΑΕΠ και προβλέπεται να προσεγγίσουν το 20% μέχρι το 2020. Ο Καναδάς αντίθετα, που διαθέτει γενικό σύστημα υγείας, ξοδεύει 10%. Εκτιμάται ότι η εξάλειψη των ιδιωτικών εταιριών ασφάλισης και των «διοικητικών δαπανών» τους θα μείωνε τα κρατικά έξοδα για την υγεία κατά 20-30%. Ένα άλλο μέρος των εξόδων πηγάζει από τη στενή σχέση μεταξύ μεγάλων φαρμακευτικών εταιριών και πολιτικού προσωπικού. Για παράδειγμα η ομοσπονδιακή νομοθεσία απαγορεύει στις πολιτείες να προμηθεύονται φθηνότερα φάρμακα από τον Καναδά.»1

Αν κάποιος ακόμα έχει αμφιβολίες για ποιον ακριβώς ιδιωτικό τομέα δουλεύει ο υπουργός και η κυβέρνηση, δεν έχει παρά να ρίξει μια ματιά στην έρευνα της ICAP. Με βάση τη συγκεκριμένη έκθεση τα συνολικά κέρδη (προ τόκων, φόρων και αποσβέσεων) των 500 πιο κερδοφόρων επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 44,3%.

Το πόσο επικίνδυνη είναι η πολιτική για την υγεία που ακολουθείται στην Ελλάδα το γνωρίζουμε, γιατί έχει εφαρμοστεί και σε όλες τις χώρες στις οποίες υλοποιήθηκαν παρόμοια προγράμματα. Το επικίνδυνη όμως στο «ιατρικό λεξιλόγιο» σημαίνει ότι κοστίζει ζωές, ότι είναι μοιραία, ότι είναι δολοφονική. Όλα τα υπόλοιπα πεδία των δικαιωμάτων που χάνονται με την εφαρμογή αυτής της πολιτικής έχουν σαφώς δραματικά αποτελέσματα στους ανθρώπους και την κοινωνία, ωστόσο ειδικά το δικαίωμα στην υγεία έχει μία καθοριστική διαφοροποίηση. Πρόκειται για ένα πεδίο που τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής είναι μη αναστρέψιμα και δεν γίνεται να αναταχθούν.

Διότι σε περιόδους κρίσης που η νοσηρότητα αυξάνει λόγω της υποβάθμισης του βιοτικού επιπέδου(2) και η ζήτηση για δωρεάν υγεία είναι μεγαλύτερη, οι κυβερνήσεις των τελευταίων χρόνων μείωσαν τις δαπάνες για την υγεία (3), αύξησαν απαγορευτικά το κόστος νοσηλείας στα δημόσια νοσοκομεία και απέκλεισαν από τη δωρεάν περίθαλψη αυτούς που τη χρειάζονται περισσότερο. Ανασφάλιστοι και μετανάστες, όλες οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες που δεν είναι πλέον μειοψηφούσες πλήττονται πιο άγρια από την οικονομική κρίση. Αυτές οι κοινωνικές ομάδες με το πέρας της νοσηλείας τους στο δημόσιο νοσοκομείο θα λάβουν και μια απόδειξη για το πόσο κόστισε η περίθαλψη τους.

Φυσικά ούτε οι ασφαλισμένοι τυγχάνουν καλύτερης μεταχείρισης καθώς καλούνται να πληρώσουν κάθε φορά όλο και περισσότερα για τα φάρμακά τους, την ιατρική τους επίσκεψη και τη νοσηλεία τους στο δημόσιο νοσοκομείο. Έτσι στην Ελλάδα του 2013 το προσδόκιμο όριο επιβίωσης μειώνεται συνεχώς ενώ οι δαπάνες για την υγεία αποτελούν την πρώτη αιτία χρεωκοπίας των ελληνικών νοικοκυριών.

Επίθεση στην αλληλεγγύη

Πριν λίγες εβδομάδες, το υπουργείο Υγείας ξεπέρασε κάθε όριο, δίνοντας εντολή να εισβάλλουν οι αστυνομικές αρχές στο Μητροπολιτικό Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού και στους Γιατρούς του Κόσμου για διακίνηση ναρκωτικών. Η κίνηση αυτή εντάσσεται στο πεδίο που αντιλαμβάνεται καλύτερα ο υπουργός Υγείας εκείνο της «επικοινωνιακής καταστολής» και ως σαφή στόχο έχει να βάλει το κύρος όλων εκείνων των προσπαθειών και διεργασιών που συντελούνται στην ελληνική κοινωνία προκειμένου οι άνθρωποι να σταθούν στοιχειωδώς με αξιοπρέπεια απέναντι στην επίθεση που δέχονται.

Τα αυτόνομα και αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία αλληλεγγύης είναι ταυτόχρονα τόποι ελευθερίας και τόποι συνάντησης όλων ημών που αναζητούμε αδιαμεσολάβητα τρόπους, εμπνέοντας και παίρνοντας έμπνευση από την αλληλεγγύη να αντισταθούμε στη μαύρη μισαλλόδοξη πραγματικότητα που θέλουν να μας επιβάλουν. Τα κοινωνικά ιατρεία και φαρμακεία αλληλεγγύης με συνέπεια τρία χρόνια τώρα διατηρούν την έννοια της δωρεάν πρόσβασης σε πρωτοβάθμια περίθαλψη και αγωνίζονται πολιτικά προκειμένου να αρθούν όλοι αυτοί οι δολοφονικοί αποκλεισμοί στην Υγεία. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, αυτές οι δομές έχουν σαφές ηθικό πλεονέκτημα καθώς και την νομιμοποίηση της κοινωνίας χωρίς να χρειάζονται, ούτε επιζητούν οποιαδήποτε τυπική νομιμοποίηση από αυτό το κράτος που νομιμοποιεί τον θάνατο και δεν ανταποκρίνεται ούτε στις στοιχειώδεις συνταγματικές του υποχρεώσεις.

Φαίνεται ότι στον κόσμο που οραματίζεται ο Άδωνις Γεωργιάδης εκτός του ότι «δεν χωράνε άλλες δομές για την υγεία» μάλλον δεν χωράει ούτε η αλληλεγγύη ως αντίληψη. Δεν χωράει το γεγονός ότι εδώ και 3 χρόνια τα κοινωνικά ιατρεία έχουν καταφέρει να γειωθούν στις πόλεις τους, να συνδεθούν με τις γειτονιές, να διεκδικούν δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους χωρίς αποκλεισμούς. Γιατί δεν είναι τυχαίο ότι η εισβολή της αστυνομίας έγινε μόλις μια βδομάδα μετά τις συντονισμένες δράσεις των κοινωνικών ιατρείων και φαρμακείων αλληλεγγύης, όπου ιατροί, ασθενείς και αλληλέγγυοι κατήγγειλαν τον δολοφονικό αποκλεισμό των ανασφάλιστων από τα δημόσια νοσοκομεία.

Ταυτόχρονα, προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός ότι δεν έχει παρέμβει ακόμη εισαγγελέας για τις μη ανατάξιμες σωματικές βλάβες μέχρι την έκθεση σε κίνδυνο θανάτου που οδηγούν αυτές οι πολιτικές του Υπουργείου Υγείας. Στο υγειονομικό σύστημα που οραματίζεται ο υπουργός δεν χωράνε τέτοιες δομές που προβάλλουν στο σήμερα την υγεία του αύριο, με τον ασθενή να μην είναι πελάτης, αλλά συμμέτοχος με το λόγο του να μετράει στο πώς θέλει να είναι η υγεία που του παρέχεται.

Δεν χωράει την αντίληψη ότι ενώ τα κοινωνικά ιατρεία δεν κάνουν φιλανθρωπία, δεν καλύπτουν τρύπες του κράτους, δεν θέλουν να χρειάζεται να υπάρχουν, έχουν συνομολογήσει ότι διεκδικώντας την υγεία από κει που πρέπει να δίνεται, δεν θα αφήσουν και τον κόσμο να πεθαίνει έξω από τα δημόσια νοσοκομεία που του κλείνουν την πόρτα. Δεν χωράει στο μυαλό τους, τέλος, ότι θα υπάρχουν τέτοιοι ελεύθεροι κοινωνικοί χώροι όπου οι υποτελείς και εξαθλιωμένοι θα συναντούν τη συλλογικότητα και αντί να κλειστούν στον εαυτό τους και στο σπίτι τους θα βγουν στο δρόμο να διεκδικήσουν, ότι θα υπάρχουν χώροι όπου η αντίσταση και η ζωή θα κυριαρχούν, όπου η ελπίδα δεν θα σβήνει.

Στις προσπάθειες να περάσει η αλληλεγγύη εκτός νόμου, να συκοφαντηθούν δομές όπως τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης, η κυρίαρχη πολιτική μέσω του υπουργείου υγείας εντελώς αντιεπιστημονικά και βεβαίως αντιδεοντολογικά βαπτίζει τα δίγραμμα φάρμακα «ναρκωτικά», προκειμένου να εννοηθεί ότι αυτές οι δομές που κρατάνε ζωντανούς τους ανθρώπους, που αντιστέκονται στην πολιτική θανάτου είναι έκνομες. Αξίζει να σημειωθεί πως τέτοιου είδους φάρμακα χορηγούνται σε καρκινοπαθείς και ασθενείς με βαριά ψυχική νόσο.

Η αλήθεια είναι – κι αυτό η κοινωνία το γνωρίζει – πως μόνον αυτές οι υγειονομικές δομές παίρνουν με προσωπικό κόστος και κόπο των ανθρώπων που τις συγκροτούν την απόλυτη ευθύνη, ιατρική και πολιτική, να τηρηθεί ο νόμος και το σύνταγμα, δηλαδή να παρέχεται ιατρική φροντίδα σε οποιονδήποτε την έχει ανάγκη χωρίς κριτήρια και αποκλεισμούς. Όπως ακριβώς επιβάλει ο Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας που είναι και νόμος του κράτους (Ν. 3418/2005) και το Σύνταγμα.

Όσο οι δομές αλληλεγγύης θα γειώνονται στην κοινωνία, θα αναδεικνύουν το μεγαλείο της αλληλεγγύης και τις δολοφονικές συνέπειες αυτής της πολιτικής, δεν υπάρχει αμφιβολία πως αυτό το υπουργείο Υγείας, που τόσο εύκολα μοιράζει ταυτότητες πλεοναζόντων ζωών, δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει τις πιο ποταπές μεθόδους ακόμη και με όρους προβοκάτσιας και παρακράτους για να τις καταστείλει, για να διαχειριστεί τον φόβο και τον θάνατο. Αυτοί που κυβερνάνε έχουν κηρύξει ανοιχτά τον πόλεμο στην κοινωνία. Η ανατροπή τους πέρα από ζήτημα αξιοπρέπειας είναι θέμα επιβίωσης.

1) Loren Goldner, The Sky Is Always Darkest Just Before the Dawn: Class Struggle in the US from the 2008 Crash to the Eve of the Occupations Movement, στο Insurgent Notes. Ελληνική μετάφραση από τη «συνέλευση για την κυκλοφορία των αγώνων», Το κίνημα Occupy στις ΗΠΑ

2) Ενδεικτικά αναφέρεται ότι βάσει ευρωπαϊκών δεδομένων μια αύξηση της ανεργίας κατά 3% συνοδεύεται από αύξηση της θνησιμότητας από αυτοκτονίες και κατάχρηση αλκοόλ κατά 4,5% και 28%.

3)Η χρήση της δημόσιας ενδονοσοκομειακής παροχής υπηρεσιών και η αξιοποίηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας αυξήθηκαν κατά 6,2% και 21,9%, αντίστοιχα, μεταξύ των ετών 2010 και 2011, ενώ οι συνολικές δαπάνες του υπουργείου Υγείας μειώθηκαν κατά 23,7% μεταξύ 2009 και 2011

* Η Α.Μάντζιου και M.Μπούρου είναι φοιτήτριες της Ιατρικής ΑΠΘ και η  Ε. Μπαμπαλώνα μέλος του Κοινωνικού Ιατρείου Αλληλεγγύης Θεσσαλονίκης
 
ΠΗΓΗ: https://barikat.gr/content/gia-poioys-doyleyei-o-georgiadis-mpiznes-me-tin-zoi-kai-ton-thanato

Το σκάνδαλο ‘Ψυχαργώς’ στην μνημονιακή ολοκλήρωσή του: Ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και εξαθλίωση των ψυχικά πασχόντων

αντίσταση στην διάλυση της δημόσιας ψυχικής υγείας

σημαίνει διεκδίκηση ενός χειραφετητικού συστήματος

που αποκαθιστά τον Λόγο και τα δικαιώματα

των συνανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία

 Ένα προμελετημένο έγκλημα βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε εξέλιξη στη χώρο της Ψυχικής Υγείας, με την depreseαδίστακτη εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων πολιτικών μέσω του μνημονίου, που οδηγούν με ραγδαίους ρυθμούς στην περαιτέρω κοινωνική απόρριψη/εξοστρακισμό των ανθρώπων με προβλήματα ψυχικής υγείας, μέσα από την πλήρη και στοχευμένη απεξάρθρωση/διάλυση του συστήματος των δημόσιων υπηρεσιών και την αντικατάστασή τους από πλήρως ιδιωτικοποιημένες υπηρεσίες, κερδοσκοπικές και δήθεν «μη κερδοσκοπικές» (ΜΚΟ), όπου πρόσβαση θα έχουν μόνο όσοι θα μπορούν να πληρώσουν. Το «σύμφωνο Λυκουρέντζου-Αντόρ», στο οποίο προβλέπεται το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» (ΨΝΑ, Δρομοκαίτειο, ΨΝΘ) μέχρι το τέλος του 2015, είναι ακριβώς το σύμφωνο αυτής της ιδιωτικοποίησης, καθώς η δέσμευση για το fasttrack κλείσιμο των δημόσιων ψυχιατρείων «πληρώθηκε», από τη ΕΕ, με 105 εκ. ευρώ για την διάσωση των ΜΚΟ της ψυχικής υγείας για τρία χρόνια, έτσι ώστε να στηριχτεί η διαδικασία του κλεισίματος και ταυτόχρονα να δοθεί ο χρόνος στις ΜΚΟ για να βρουν (όσες από αυτές καταφέρουν να βρουν) τρόπους επιβίωσης και πηγές χρηματοδότησης, ώστε, από το 2016, να υποκαταστήσουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των δημόσιων υπηρεσιών. Πηγές χρηματοδότησης μη κρατικές, πλέον, αλλά από τα ίδια τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας που λαμβάνουν τις υπηρεσίες τους Από αυτή την άποψη, δεν ήταν χωρίς αποτέλεσμα τα «πάνω-κάτω» τα ταξίδια στελεχών των κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων του Δικτύου ‘Αργώς’, από τους διαδρόμους του Υπουργείου στις Βρυξέλλες, μέχρις ότου επιτευχθεί το σύμφωνο.

Η επίκληση των προ 15ετίας τεθέντων στόχων του ‘Ψυχαργώς’ για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων το 2015» είναι καθαρά προσχηματική καθώς καμιά από τις προϋποθέσεις που θα έκαναν δυνατό το «κλείσιμο» δεν πραγματοποιήθηκε: ούτε οι εκάστοτε ηγεσίες του Υπουργείου είχαν ποτέ μια συγκροτημένη πολιτική για την Ψυχική Υγεία στην κατεύθυνση ενός «βασισμένου στην κοινότητα» συστήματος, ούτε η ψυχιατρική κοινότητα, στην πλειονότητά της, έδειξε ενδιαφέρον για μια ψυχιατρική μεταρρύθμιση ως ξεπέρασμα του κυρίαρχου ψυχιατρικού παραδείγματος, προς μια ψυχιατρική «κουλτούρα, πρακτική και σύστημα» συνυφασμένων με την αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία.

Βέβαια, για να γίνει δυνατή η όποια συζήτηση και για να ξεσκεπαστούν τα όποια άλλοθι της στυγνής εφαρμογής των περικοπών του μνημονίου, πρέπει να ξεκαθαριστεί τι εννοεί ο καθένας με το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» : εννοεί την υπέρβαση της ιδρυματικής ψυχιατρικής και του ψυχιατρικού παραδείγματος στο οποίο βασίζεται, προς ένα ολοκληρωμένο, βασισμένο στην κοινότητα, δίκτυο υπηρεσιών, έτσι ώστε το «κλείσιμο του ψυχιατρείου» να έλθει όταν οι υπηρεσίες που θα το αντικαταστήσουν θα έχουν ήδη μπει σε λειτουργία (δηλαδή, την Αποιδρυματοποίηση), ή εννοεί την απλή κατάργησή του, στη λογική της Απονοσοκομειοποίησης, με το πέταγμα ασθενών και προσωπικού στο δρόμο και το πέρασμα μεγάλου μέρους των λειτουργιών του στον ιδιωτικό τομέα;

Σε κάθε περίπτωση, η «ελληνική ψυχιατρική μεταρρύθμιση» μετατράπηκε – με πλυντήριο και την λεγόμενη «Κοινωνική Ψυχιατρική» – σε μιαν απλή χωροταξική μετεγκατάσταση της ιδρυματικής ψυχιατρικής στην κοινότητα. Μεταστέγαση, δηλαδή, των χρονίως νοσηλευομένων των ψυχιατρείων σε εξωνοσοκομειακές στεγαστικές δομές, ξενώνες, οικοτροφεία, προστατευόμενα διαμερίσματα. Δομές που συχνά αναπαράγουν την ιδρυματική λογική, χωρίς καμιά αλλαγή του «παραδείγματος», καμιά αλλαγή του «τρόπου σκέψης και πράξης» της ψυχιατρικής, καμιά συστημική αλλαγή: απόδειξη ότι το 55% των νοσηλειών πανελλαδικά εξακολουθούν να είναι ακούσιες.

Δεν έγιναν ποτέ τα «ολοκληρωμένα δίκτυα των κοινοτικών υπηρεσιών» (με ΚΨΥ κλπ), που θεωρούνται προϋπόθεση για το κλείσιμο των ψυχιατρείων. Δεν έχει γίνει, «παραμονές του κλεισίματος», ούτε καν το πρώτο (και εκ των ουκ άνευ) βήμα στην όποια διαδικασία ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, που είναι η τομεοποίηση των υπηρεσιών.

Αυτό που δημιουργήθηκε είναι ένα νεο-ιδρυματικό σύστημα, όπου, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αναπαράγεται η ιδρυματική καθημερινότητα, η αφαίρεση του Λόγου και της ελευθερίας των «φιλοξενούμενων», ή των «χρηστών» των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, με όρους και συνθήκες όπου δεν υπάρχει ο άνθρωπος ως ύπαρξη με τις ανάγκες της, αλλά, ιδιαίτερα στις μέρες μας, αποκλειστικά η εκπλήρωση των μνημονιακών δεσμεύσεων.

Εμπειρίες/νησίδες, όπως, μεταξύ άλλων, αυτή του ψυχιατρείου Χανίων στην Κρήτη, του οποίου το κλείσιμο συνοδεύτηκε, σε σημαντικό βαθμό, από την δημιουργία δικτύου τομεοποιημένων, εναλλακτικών κοινοτικών υπηρεσιών, δεν αποτελούν παρά εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Ηδη από την δεκαετία του ΄90 παρατηρούμε την σταδιακή εμφάνιση πολιτικών και πρακτικών ιδιωτικοποίησης της δημόσιας φροντίδας ψυχικής υγείας. Από το 2000, με το ‘Ψυχαργώς’, η ιδιωτικοποίηση παίρνει τη μορφή της ραγδαίας ανάπτυξης τόσο του κρατικοδίαιτου «μη-κυβερνητικού» τομέα, όσο και του εμπορευματοποιημένου παραδοσιακού ιδιωτικού ψυχιατρικού τομέα.

Ο πακτωλός κοινοτικών κονδυλίων για την λεγόμενη «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» και η «αγωνία» της απορρόφησης των διαθέσιμων κονδυλίων αποτελούν τα οχήματα επιτάχυνσης της λεγόμενης «αποασυλοποίησης», του δήθεν εκσυγχρονισμού, αλλά και της μετάβασης σε σχέδια και πρακτικές όχι με οδηγό την αλλαγή του επιστημονικού παραδείγματος και την Αποϊδρυματοποίηση, αλλά την συνέχιση της διαχείρισης των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία από ειδικούς, πολιτικούς και επιχειρηματίες, δηλαδή την κατασκευή νέων χώρων κοινωνικού αποκλεισμού.

Ο «τρίτος πυλώνας», οι «μη κυβερνητικές» οργανώσεις, γνωρίζει πρωτοφανή ανάπτυξη. Βασικό χαρακτηριστικό αυτού του πυλώνα – σε πείσμα ακόμα και της ιστορικής προέλευσης των πραγματικών μη-κυβερνητικών οργανώσεων ως πολιτικά και οικονομικά ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και οικονομικά συμφέροντα κινήματα – η χρηματοδότησή τους από δημόσιους, εθνικούς και κοινοτικούς, πόρους.

Οι «εκθέσεις ιδεών» διαφόρων εμπειρογνωμόνων για την «ψυχιατρική μεταρρύθμιση» στην Ελλάδα συγκροτούν περισσότερο βιβλιογραφικά αναγνώσματα ξένων εμπειριών και άλλοθι απορρόφησης κονδυλίων παρά Εθνικά Σχέδια για μιαν άλλη συνάντηση με τον ψυχικό πόνο και τους ψυχικά πάσχοντες. συνανθρώπους μας. Στην πραγματικότητα, ο ρόλος των αρμόδιων οργάνων από πλευράς ΕΕ ήταν η διασφάλιση της ύπαρξης και της ενίσχυσης των ΜΚΟ, ως μέρους μιας κίνησης ιδιωτικοποίησης και βαθμιαίας απόσυρσης (και ταυτόχρονα αυστηρής λογιστικής προσέγγισης) του δημόσιου σε πανευρωπαϊκή κλίμακα, καθώς και η μέσω δήθεν «κριτικών επισημάνσεων» διασφάλιση της απορρόφησης των κονδυλίων, για ένα δυσλειτουργικό νεο-ιδρυματικό μόρφωμα, για το οποίο καμιά πλευρά, ούτε αυτοί που έλαβαν το χρήμα, ούτε αυτοί που το έδιναν, δεν μπορούν τώρα να υποκρίνονται ότι «δεν ήξεραν», επί τόσα χρόνια, τι γινόταν, τι ήταν αυτό που παράγονταν, τι ήταν αυτό στο οποίο συναινούσαν να παράγεται..

Είναι σαφές ότι αυτό που επιβάλλει την τρέχουσα πολιτική του Υπουργείου δεν είναι η προ 15ετίας δέσμευση για το «κλείσιμο των ψυχιατρείων» ως προϊόντος της (μόνο ως ανέκδοτο, πλέον) «ολοκλήρωσης της μεταρρύθμισης», αλλά η μνημονιακή δέσμευση για προσαρμογή (σύνθλιψη) και της Ψυχικής Υγείας στη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Στην πλήρη, λογιστικού τύπου προσαρμογή της Ψυχικής Υγείας στους «διατιθέμενους πόρους», δηλαδή, σε μηδενικούς πόρους, γιατί μόνο αυτούς διαθέτει το σύστημα για τους ψυχικά πάσχοντες και όλες γενικά τις κοινωνικές ομάδες (σήμερα πια, για την πλειονότητα της κοινωνίας) που αντιμετωπίζει ως αντιπαραγωγικές, ως κοινωνικό βάρος και περιττές.

Η πολιτική για την Ψυχική Υγεία, όπως για την Υγεία γενικότερα, συμπυκνώνεται στα θέσφατα που, με το γνωστό του τρόπο, εκφράζει ο Υπουργός Υγείας Αδ. Γεωργιάδης : «Δεν είναι ώρα για το κράτος ν΄ αυξήσει τις δομές του αλλά να τις μειώσει», «οι δομές που θα μείνουν, θα λειτουργούν με τη μορφή των ιδιωτικών σε ένα βαθμό», «ο ιδιωτικός τομέας είναι πολύ πιο αποτελεσματικός από τον Δημόσιο», «να δούμε ποια (δομές ψυχ. υγείας) μπορούμε να χρηματοδοτούμε και ποια όχι», «δεν μπορούμε να εξασφαλίσουμε την πρόσβαση όλων των πολιτών στην Υγεία» κοκ.

Το σχέδιο που υλοποιούν είναι αυτό της ‘Αναθεώρησης του Ψυχαργώς’, που συνέταξε επιτροπή που είχε συστήσει ο τότε Υπουργός Υγείας Λοβέρδος, αποτελούμενη από γνωστούς ιδιοκτήτες ΜΚΟ, που έχουν συντελέσει στην ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας (και οι οποίοι ποντάρουν στην περαιτέρω ιδιωτικοποίησής της), καθώς και από «πάντα πρόθυμους» συνεργάτες από τα ψυχιατρεία.

Αυτό που προβλέπεται είναι η εκχώρηση των πάντων, ακόμα και των Κέντρων Ψυχικής Υγείας, στον ιδιωτικό τομέα και η ανάθεση στο Δημόσιο μόνο της επιτήρησης/φύλαξης των «ακαταλογίστων» του άρθρου 69 (αν και, ακόμα και γι΄ αυτό, αφήνονται παράθυρα να το αναλάβουν ιδιωτικές εταιρείες), καθώς και της νοσηλείας «οξέων περιστατικών» σε μονάδες «δημόσιων» νοσοκομείων. Είναι ένα σχέδιο/όχημα της ιδιωτικοποίησης, της συρρίκνωσης/συγχώνευσης υπαρχόντων μονάδων, απολύσεων του προσωπικού και πετάγματος των ασθενών στους δρόμους.

Ήδη, η μια υπουργική εγκύκλιος/απόφαση μετά την άλλη επιχειρούν να επιβάλλουν ένα όχι απλά «κλείσιμο», αλλά μια ταχεία, όπως-όπως, εκδίωξη (μετακίνηση, όπως το λένε) των ασθενών χρόνιας παραμονής από τα ψυχιατρεία – πολλών εξ΄ αυτών σε ιδρύματα/κολαστήρια «προνοιακού» τύπου, όπως των Λεχαινών κλπ, αλλά και στο δρόμο. Πρόκειται όχι για μια «μετάβαση σε στεγαστικές δομές», που απαιτεί τους χρόνους της, το εξατομικευμένο θεραπευτικό πλάνο και τις κατάλληλες δομές, αλλά για «έξωση» – μια έξωση σε άμεσο συγχρονισμό με την «έξωση» του προσωπικού, με τις διαθεσιμότητες/κινητικότητες που ετοιμάζονται και οι οποίες κάνουν το όλο εγχείρημα πιστό αντίγραφο της πολιτικής του πρώτου διδάξαντος στην Καλιφόρνια της δεκαετίας του 60, του μετέπειτα προέδρου των ΕΠΑ Ρ. Ρήγκαν, όταν έκλεισε τα ψυχιατρεία, απέλυσε το προσωπικό και πέταξε τους ασθενείς στο δρόμο. Σήμερα, ωστόσο, πρόκειται για ένα εγχείρημα που προοιωνίζεται να έχει πολύ χειρότερα αποτελέσματα, ακόμα και από αυτά που είχε εκείνο, που έδωσε, τότε, το όνομά του (ρηγκανισμός) στις πρακτικές αυτής της διαδεδομένης, έκτοτε, ανά την υφήλιο και νεοφιλελεύθερης κοπής, Απονοσοκομειοποίησης.

Μια από αυτές τις εγκυκλίους επιτάσσει ανώτατα όρια χρόνου νοσηλείας για τους νοσηλευόμενους στις ψυχιατρικές μονάδες, σε λογικές όπου η μείωση του χρόνου νοσηλείας δεν θα σημαίνει το ξεπέρασμα των πρακτικών εγκλεισμού και ιδρυματισμού και την στήριξη στην κοινότητα, αλλά την ταχεία καταστολή της «οξείας ψυχοπαθολογίας» – έχει ήδη μπει στα σκαριά η επέκταση της χρήσης του ηλεκτροσόκ – και το «γρήγορο εξιτήριο», με όποιες συνέπειες κι΄ αν έχει αυτό για τον ασθενή. Προβλέπει, επίσης, και διαδικασίες που θα επιτρέπουν στο μέλλον και την έξωση από τις στεγαστικές δομές, με κριτήρια που πάντα θα είναι σε θέση να επινοούνται, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες της δημοσιονομικής προσαρμογής.

Καθώς με την ταχεία, όπως – όπως, πλήρωση των λιγοστών κενών θέσεων στις όποιες στεγαστικές δομές, δεν θα υπάρχει, στο προσεχές μέλλον, δυνατότητα φιλοξενίας σ΄ αυτές και με δεδομένη την ανυπαρξία κοινοτικών μονάδων «στήριξης στον τόπο κατοικίας» των ανθρώπων που θα παίρνουν το «γρήγορο εξιτήριο» (αλλά και κοινωνικών παροχών για να μπορούν να τραφούν, να έχουν πρόσβαση στη θεραπεία τους και γενικά να επιβιώσουν), το ήδη υπαρκτό φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» θα γίνει ο κανόνας : η εναλλαγή του κοινωνικού αποκλεισμού με τον εγκλεισμό, νοσηλεία για γρήγορη καταστολή και «έλεγχο των συμπτωμάτων» και επιστροφή στο «χώρο του κοινωνικού αποκλεισμού» για όσο διάστημα η ψυχική οδύνη δεν γίνεται «ενοχλητική», έτσι ώστε να γίνει «αντικείμενο προσοχής» και να κινητοποιήσει τους σχετικούς μηχανισμούς του κοινωνικού ελέγχου.

Θεωρούμε ότι η απάντηση σ΄ αυτή την ανθρωπιστική καταστροφή που προωθεί με την πολιτική της η τωρινή ηγεσία του Υπουργείου Υγείας (και η οποία, στα περιεχόμενά της, αγγίζει και δομικά σχετίζεται με τις αντιλήψεις της Χρυσής Αυγής περί «στείρωσης και ευθανασίας των ψυχικά πασχόντων»), δεν είναι η υπεράσπιση του ψυχιατρείου (ενός άκρως αντιθεραπευτικού και κατασταλτικού θεσμού), αλλά η πιο σθεναρή από ποτέ διεκδίκηση της ουσίας αυτού που ήταν πάντοτε η υπέρβαση του ψυχιατρείου: η κατάργηση της ιδρυματικής βίας, των εξουσιαστικών σχέσεων, των πρακτικών του εγκλεισμού, η αποκατάσταση του Λόγου και των δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, η δημιουργία των όρων για ισότιμο διάλογο μεταξύ θεραπευτών και θεραπευομένων, η λήψη μέτρων για αξιοπρεπή κοινωνική, αλλά και εργασιακή, ένταξη, ο ενεργός πρωταγωνιστικός ρόλος των λειτουργών και των άμεσα ενδιαφερομένων ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία στις διαδικασίες μετασχηματισμού και ξεπεράσματος του ιδρύματος, ενάντια σε άνωθεν διαδικασίες διοικητικού κλεισίματος και αδειάσματος του ψυχιατρείου, η ενεργός συμμετοχή της κοινωνίας κοκ.

Αυτές οι διαδικασίες είναι ασυμβίβαστες με οποιαδήποτε έννοια διαθεσιμότητας/κινητικότητας/απολύσεων του προσωπικού, και, αντίθετα, απαιτούν προσλήψεις προσωπικού.

Είναι ασυμβίβαστες με την επικείμενη παρακράτηση των συντάξεων των φιλοξενουμένων σε στεγαστικές δομές.

Είναι ασυμβίβαστες με την ύπαρξη ανασφάλιστων ψυχικά πασχόντων (και όχι μόνο), με τους ποικίλους περιορισμούς/εμπόδια/μειώσεις στις συντάξεις και τα επιδόματά τους, στην ανυπαρξία ευκαιριών εργασιακής ένταξης, συνεταιριστικών ή άλλων.

Είναι ασυμβίβαστες με την εγκαθιδρυμένη αδιαφορία για την μη εφαρμογή της όποιας νομοθεσίας προάγει την υπεράσπιση των δικαιωμάτων τους (για την ακούσια νοσηλεία, την δικαστική συμπαράσταση κλπ).

Θεωρούμε ότι πρέπει άμεσα να υπάρξει ένα πλατύ μέτωπο, ένα κίνημα «από τα κάτω», των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, λειτουργών των υπηρεσιών, οικογενειών, κοινωνικών κινημάτων, για να μην περάσουν αυτά τα εν τη ουσία ανθρωποκτόνα σχέδια. Να είναι το κίνημα αυτό μια ουσιαστική στιγμή στην διαδικασία αποκατάστασης του Λόγου των ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία και των δικαιωμάτων τους – ένα εκ των οποίων είναι η άμεση ακύρωση, με νομοθετική πράξη, της παρακράτησης των συντάξεων.Να διεκδικηθεί η άμεση ακύρωση του «συμφώνου Λυκουρέντζου-Αντόρ» και όλων των μνημονιακών πολιτικών που κρύβονται πίσω από αυτό.

Να υπάρξει επαρκής χρηματοδότηση για την Ψυχική Υγεία και ολοκλήρωση του μετασχηματισμού και της υπέρβασης των ψυχιατρείων, στην λογική της Αποιδρυματοποίησης και όχι της Απονοσοκομειοποίησης και του απλού «κλεισίματος».

Να μην υπάρξει καμιά διαθεσιμότητα/κινητικότητα/απόλυση και αντίθετα, να γίνουν προσλήψεις του αναγκαίου προσωπικού. Ολο το προσωπικό των ψυχιατρείων είναι αναγκαίο (και μάλιστα, δεν επαρκεί) για έναν ουσιαστικό μετασχηματισμό του συστήματος ψυχικής υγείας, πέρα από το ψυχιατρικό ίδρυμα.

Να μπει φραγμός στην ιδιωτικοποίηση της Ψυχικής Υγείας και να διασφαλιστεί ο δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρας της. Να αναλάβει το Δημόσιο όλες τις δομές και τις υπηρεσίες των ΜΚΟ, που έχουν γίνει με κρατικές και κοινοτικές χρηματοδοτήσεις, να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας του προσωπικού και η αξιοπρεπής και θεραπευτική φιλοξενία των ενοίκων.

Καταλαβαίνουμε ότι όλα τα παραπάνω σημαίνουν ανατροπή του μνημονίου. Σημαίνουν μαζική αντίσταση και πολιτικές ανατροπές.

Αλλά «δεν υπάρχει άλλος δρόμος» προκειμένου ν΄ αποφευχθεί η «μαζική ευθανασία» που ετοιμάζουν.

 7 Νοέμβρη 2013

 Γιώργος Αστρινάκης, Δ/ντής ψυχίατρος, Δρομοκαίτειο

Γιώργος Κοκκινάκος, Δ/ντής ψυχίατρος, ΚΨΥ Χανίων

Κατερίνα Μάτσα, ψυχίατρος, τ. Δ/ντρια 18 Ανω, ΨΝΑ

Θόδωρος Μεγαλοοικονόμου, Δ/ντής ψυχίατρος ΨΝΑ

Κώστας Μπαϊρακτάρης, αν. καθηγητής, Τμήμα Ψυχολογίας, ΑΠΘ

Αντιπρόεδρος εργαζομένων ΚΕΘΕΑ: Το συνδικάτο οργανικό κομμάτι της κοινωνίας – Συνέντευξη στον Χρήστο Πραμαντιώτη

Συναντήσαμε τον Δημήτρη Γιαννάτο λίγες μόνο μέρες πριν από την πανεργατική απεργία της περασμένης Τετάρτης, για μια συνέντευξη που θα επιχειρούσε να δει το συνδικαλιστικό κίνημα από τη σκοπιά του κοινωνικού του ρόλου και να ανιχνεύ σει ποιοι νέοι δρόμοι ανοίγονται μπροστά του, σε αυτήν την περίοδο ανελέητης επίθεσης που βιώνει ο κόσμος της εργασίας αλλά και ο λαός συνολικά. Ο ίδιος, μιλώντας για την ελλιπή και πάλι προετοιμασία της απεργίας που είχαν κηρύξει ΓΣΕΕ και ΑΔΕΔΥ, αλλά και για το γεγονός ότι επρόκειτο για μια απεργία «ξεκάρφωτη», που μάλιστα ακολουθεί την πεπατημένη για άλλη μια φορά, δεν φαινόταν να προσδοκά πολλά από την πραγματοποίησή της.DSCN2525

Το συνδικαλιστικό κίνημα στη χώρα μας φαίνεται να παρακολουθεί απλώς την αποδόμηση της εργασίας και την κατεδάφιση του κοινωνικού κράτους. Έχει φτάσει σε αδιέξοδο; Έχει παραδοθεί; Θυμάμαι ότι έχετε αρθρογραφήσει πάνω στο γεγονός ότι το Μνημόνιο ήρθε και βρήκε έτοιμο αυτό ακριβώς το συνδικαλιστικό κίνημα που χρειαζόταν, ώστε να περάσει σαν οδοστρωτήρας…
Το εννοώ. Καταρχάς, είναι πρωτοφανής η επίθεση και του κράτους και του κεφαλαίου και της διεθνούς πολιτικής σε μια χώρα και στους εργαζομένους της. Ουσιαστικά αιφνιδιαστήκαμε, δεν το περίμενε κανείς αυτό το πράγμα. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο. Το άλλο είναι ότι το συνδικαλιστικό κίνημα, περίπου από το ’85 και μετά άρχισε να ενσωματώνεται στο σύστημα, έγινε δηλαδή μέρος της εξουσίας, έγινε μια κατεστημένη δύναμη. Ουσιαστικά έγινε μέρος της πολιτικής και της πολιτιστικής κρίσης όλης αυτής της περιόδου της μεταπολίτευσης από το ’85 μέχρι σήμερα. Ένα συνδικαλιστικό κίνημα απονευρωμένο, συντεχνιακό, οικονομίστικο σε τεράστιο βαθμό. Δεν ήταν κοινωνικό κίνημα, δεν έβαζε όρους για την αλλαγή της ζωής. Έβαζε μόνο όρους διεκδίκησης επιδομάτων ή άλλων τέτοιων αιτημάτων. Δεν ήταν κακό αυτό. Αλλά ήταν μόνο αυτό. Έτσι ήταν πολύ δύσκολο να έχει αντιστάσεις σε αυτήν την καταστροφή. Αντιθέτως, φάνηκε πως όταν ο λαός πήρε μπροστά, πίστεψε στο ένστικτό του, έκανε πράγματα που ξεπέρασαν τον συνδικαλισμό.
Σας μίλησα για την τομή του ’85. Την περίοδο ’65-’85, δύσκολα χρόνια, το συνδικαλιστικό κίνημα υπήρξε κοινωνικά ριζωμένο, ήταν ζυμωμένο με το λαό και με τον τόπο, κι αυτό είναι ένα σημαντικό στοιχείο. Αυτό κορυφώνεται συστημικά με την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία κι έτσι φθάνουμε μέχρι το ’85. Από αυτή την εποχή μέχρι σήμερα ζούμε την παρακμή του συνδικαλιστικού κινήματος, με κάποιες βέβαια εκλάμψεις, κάποιες κορυφαίες στιγμές. Αυτό το συνδικαλιστικό κίνημα έγινε μέρος της κομματικής και της κυβερνητικής εξουσίας και ήταν ήδη έτοιμο να παραδοθεί στη μνημονιακή επέλαση. Πρόβαλε για δεκαετίες  μια μονοσήμαντη λογική, διεκδίκησε κάποιες υλικές απολαβές, δεν αναφέρθηκε ποτέ σε μια άλλη πρόταση για τη χώρα και για την κοινωνία.

Μπροστά σε αυτήν ακριβώς την πρόκληση δεν βρίσκεται σήμερα;
Αυτό πιστεύω. Νομίζω ότι χρειάζεται μια υπέρβαση το συνδικαλιστικό κίνημα. Μια τεράστια αλλαγή. Οι στιγμές είναι οριακές. Αυτό που μπορεί να κάνει τι είναι; Μια νέα πρόταση. Όχι να αναιρέσει το παρελθόν του, αντίθετα, να μιλήσει γι’ αυτό, να εμπνευστεί από τις καλές στιγμές του, αλλά και να κάνει κριτική σε αυτό, να προτείνει τελικά μια νέα ιδέα, ένα νέο μοντέλο ύπαρξης και δράσης. Ένα συνδικάτο δεν μπορεί να έχει άποψη μόνο για το μισθό και για τις εργασιακές σχέσεις. Δεν μπορεί εμένα δηλαδή, ως θεραπευτή στην ψυχική Υγεία, να με ενδιαφέρουν μόνο τα εργασιακά. Πρέπει να δω και το περιεχόμενο της δουλειάς μου. Εκεί πρέπει να έχω πρόταση. Η πρόταση δεν θα είναι να βάλω κάτω την οικονομική λίστα και να πω κόστος-όφελος, τόσο οι εργαζόμενοι, τόσο οι θεραπευόμενοι κ.λπ. Αλλά να έχω μια ριζοσπαστική πρόταση επί του περιεχομένου. Αυτό λείπει, και εκεί είναι που παίζει η εξουσία. Γιατί την βολεύει να μιλάς μόνο για απολύσεις και κόστος εργασίας. Αυτό κάνει κι εκείνη εξάλλου. Παραπέρα, το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να έχει μια πρόταση και η πρόταση δεν μπορεί να αναπαράγει τον παρασιτισμό. Θα πρέπει να δει σε ποια Ελλάδα ζούμε. Σε μια Ελλάδα η οποία είναι σε εξάρτηση και σε υποτέλεια.
Είχαμε μια εξαρτημένη και στρεβλή ανάπτυξη παραγωγής, παρασιτική. Το μοντέλο ποιο ήταν; Ήταν αεριτζίδικο, συντεχνιακό, παρασιτικό, καταναλωτικό. Το συνδικαλιστικό κίνημα θα πρέπει να δομήσει προτάσεις, αντίθετες σε όλα αυτά. Και υπάρχουν και πολλά πράγματα ακόμη. Η εργατική αυτοδιαχείριση. Οι κοινωνικές επιχειρήσεις. Δηλαδή πράγματα που η κοινωνία προσπαθεί από ανάγκη πια, όχι σαν ιδεολογία, να τα δημιουργήσει. Το συνδικαλιστικό κίνημα πρέπει να είναι σύμμαχος σε αυτά. Κι ακόμη να αμφισβητήσει και τις παραδοσιακές αρχές εκπροσώπησης. Εάν δεν δω τέτοιες προοπτικές, αισθάνομαι πολύ απογοητευμένος με αυτό που βλέπω γύρω μου. Πραγματικά πρέπει να βρούμε νέους δρόμους ελευθερίας. Οι οποίοι θα είναι αντισυμβατικοί ως προς αυτά που ξέραμε.

Μιλάτε για μια πολύ μεγάλη ανατροπή σε όσα έχει συνηθίσει να κάνει το συνδικαλιστικό κίνημα που γνωρίσαμε, και το οποίο συνεχίζει να έχει τη δομή, τη δράση και την οπτική που είχε το 2005.
Έτσι είναι, κινείται με όρους του 2005 και μάλιστα πραγματικά πιστεύω ότι ως συνδικαλιστές κάνουμε μια δογματική ανάλυση της πραγματικότητας. Αυτήν τη στιγμή, είναι το κράτος ενάντια στην κοινωνία. Αυτή είναι η σύγκρουση. Το κράτος, με ένα 5-8% συμμάχων του, την οικονομική ελίτ, είναι ενάντια στην κοινωνία. Τα συνδικάτα πηγαίνουν στον παλιό, τον πεπατημένο δρόμο. Όταν η σύγκρουση είναι: κράτος απέναντι στην κοινωνία, πρέπει τα συνδικάτα να συστρατευθούν με την κοινωνία. Ε, αυτό ανοίγει άλλους δρόμους, για να γίνει το εργατικό κίνημα κοινωνικό κίνημα. Γίνονται πάντως μερικές προσπάθειες, υπάρχουν συνδικάτα που αγκαλιάζουν τα κοινωνικά ιατρεία, για παράδειγμα, αρχίζει να υπάρχει μια όσμωση. Η κρίση και η ανάγκη σε οδηγεί σε νέους δρόμους. Οι λογιστές δεν μπορούν να βοηθήσουν την κοινωνία; Υπάρχουν σωματεία που έχουν νομικούς. Δεν μπορούν να τους διαθέσουν στην κοινωνία; Πιστεύω ότι αυτοί είναι νέοι δρόμοι που πρέπει να τους σκεφθούμε. Είναι η υπέρβασή μας.

Μιλήσατε προηγουμένως για εργατικό κίνημα και κοινωνικό κίνημα και τη σχέση τους. Πώς το εννοείτε;
Καταρχήν, το συνδικάτο πρέπει να είναι οργανικό κομμάτι της κοινωνίας. Σε παλαιότερες εποχές αυτό συνέβαινε. Εξάλλου, εάν δούμε και τη λέξη συνδικάτο, προέρχεται από την αρχαία λέξη σύνδικος. Ο συνήγορος του δημοσίου συμφέροντος. Μέσα από το ρόλο του το συνδικάτο προστατεύει, βοηθάει τη συνολική ανάπτυξη του κοινωνικού. Αυτό για μένα είναι ρόλος. Είναι ριζοσπαστικός ρόλος και είναι καθήκον για ένα συνδικάτο.

Ναι, αλλά με ποια δομή, με ποια γραμμή, με ποια πράξη μπορούν να γίνουν αυτά;
Η δομή νομίζω πρέπει να τείνει περισσότερο προς τις αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Πρέπει να μπορεί να υπάρχει ουσιαστικός έλεγχος και διαδικασίες ελέγχου. Έπειτα, υπάρχει η εκπροσώπηση από ένα Δ.Σ., η οποία πρέπει να διευρυνθεί. Επιτροπές αποφασιστικού χαρακτήρα στο αντικείμενο για το οποίο έχουν ορισθεί, είναι μια διεύρυνση της δημοκρατίας μέσα σε ένα συνδικάτο. Πιο αποκεντρωμένες διαδικασίες, πιο οριζόντιες σχέσεις, δημοκρατικές. Πιστεύω ότι σε όλες τις κρίσεις, ο λαός, ο εργαζόμενος, ενστικτωδώς αυτό ζητάει. Ζητάει άμεση επαφή, ρόλο, να μπει στα πράγματα. Αυτό νομίζω πρέπει τα συνδικάτα να του το δώσουν.
Τώρα, όσον αφορά τη γραμμή στη συγκυρία αυτή. Η γραμμή αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι αντιμνημονιακή ή αντιτροϊκανή, όμως θεωρώ ότι θα έπρεπε να ορίζουμε θετικά κάποια πράγματα κι όχι «αντί». Πρέπει να είναι καταρχήν δημοκρατική αυτή η γραμμή, ενάντια στον εκφασισμό των θεσμών που φέρνει αυτή η κυβέρνηση. Έπειτα, παραγωγική. Δηλαδή να έχει προτάσεις για την ανασυγκρότηση της χώρας. Την παραγωγική, την τεχνολογική, την επιστημονική. Σημαντική θέση σε όλα αυτά έχει η ευθύνη. Το συνδικαλιστικό κίνημα να έχει άποψη και θέση, όχι μόνο για τη μορφή των αγώνων, αλλά για το περιεχόμενο και το αντικείμενο του κάθε χώρου εργασίας: Με νοιάζει αυτό που κάνω και γι’ αυτό το υπερασπίζομαι.
Όσον αφορά την πράξη, ο κάθε χώρος ξέρει καλύτερα πώς θα βρει τους τρόπους. Οι εκπαιδευτικοί έχουν τρόπους να είναι μαζί με τους μαθητές και τους γονείς και να είναι σύμμαχοι. Ο χώρος της ψυχικής υγείας, το ίδιο. Οι γιατροί, επίσης. Η απεργία δεν είναι η μοναδική μορφή ενός αγώνα. Εδώ είναι η εξυπνάδα του συνδικαλιστικού κινήματος: Εγώ συμμάχομαι με την κοινωνία, την έχω σύμμαχό μου ενάντια στο κράτος που μας επιτίθεται ολομέτωπα.
Επιτρέψτε μου όμως να συμπληρώσω κάτι ακόμη σχετικά με την κίνηση των συνδικάτων. Πρόκειται για το θέμα των μεταναστών ή των ξένων εργατών. Χρειάζεται να υιοθετηθεί μια πρακτική ώστε οι άνθρωποι αυτοί να θεωρηθούν ντόπιο εργατικό δυναμικό. Να μην τους αφήνουμε. Δουλεύω πολλά χρόνια με μετανάστες, ξέρω πώς αισθάνεται ένα παιδί δεύτερης γενιάς όταν το λες ακόμα ξένο. Τα συνδικάτα θα μπορούσαν να είναι χώροι υποδοχής μεταναστών. Και αυτό το λέω και εκπαιδευτικά, και κοινωνικά. Η ενσωμάτωσή τους στη χώρα θα μπορούσε να ξεκινάει μέσα από τα συνδικάτα.

ΠΗΓΗ: http://www.edromos.gr/index.php?option=com_k2&view=item&id=13314:%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%B7%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%B5%CE%B8%CE%B5%CE%B1&Itemid=50

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ Με προσανατολισμό τη συρρίκνωση των «στεγνών» προγραμμάτων…

ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΓΙΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ
Με προσανατολισμό τη συρρίκνωση των «στεγνών» προγραμμάτων… 

…και την ακόμη μεγαλύτερη πριμοδότηση της υποκατάστασης

Η φαρμακοβιομηχανία «BAYER» εισάγει στην αγορά το 1898 την ηρωίνη ως υποκατάστατο της μορφίνης και η «HOECSHT» παράγει τη μεθαδόνη στη ναζιστική Γερμανία το 1943 ως υποκατάστατο της ηρωίνης. Η ύπαρξη των υποκατάστατων, που όλα αυτά τα χρόνια εναλλάσσονται, εξυπηρετεί τα τεράστια κέρδη των φαρμακοβιομηχάνων και το συνεχή υποβιβασμό της απεξάρτησης σ’ ένα σύστημα που έχει ως μοναδικό κριτήριο το κέρδος κι όχι τις ανθρώπινες ανάγκες
Μνημείο αντιεπιστημονικότητας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας αλλά και ενδεικτική του αντιδραστικού προσανατολισμού που θα έχει η υποτιθέμενη «αντιναρκωτική» πολιτική στη χώρα μας τα επόμενα χρόνια, αποτελεί η γραπτή απάντηση (αρ. πρωτ. 60592) του υπουργού Υγείας, Αδ. Γεωργιάδη, σε Ερώτηση που κατατέθηκε στη Βουλή, σχετικά με τις κυβερνητικές διαρροές για συγχώνευση του Κέντρου Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) και του Οργανισμού Κατά των Ναρκωτικών (ΟΚΑΝΑ).

Η απάντηση του υπουργού διαπνέεται από άκρως αντιδραστικές και ρατσιστικές αντιλήψεις, ενώ γίνεται ξεκάθαρος ο στόχος για την πλήρη εφαρμογή και υλοποίηση των ευρωενωσιακών ντιρεκτίβων. Σκοπός, να ενταθεί η διαχείριση του προβλήματος των ναρκωτικών, υπονομεύοντας το μέλλον της απεξάρτησης, καθώς έμμεσα προμηνύει τη συρρίκνωση/συγχώνευση των «στεγνών» προγραμμάτων (στα «στεγνά» δε χορηγείται κανένα φάρμακο, εστιάζουν στην ψυχολογική υποστήριξη του ατόμου και τη δημιουργία ενός άλλου τρόπου ζωής μέσα από συλλογικές διαδικασίες, με κύριο στόχο την πλήρη και οριστική αποχή από ουσίες).

Ενδεικτικά αναφέρουμε αποσπάσματα του συγκεκριμένου εγγράφου του υπουργείου Υγείας, που στόχο έχουν να διαστρεβλώσουν επιστημονικά δεδομένα και την ίδια την πραγματικότητα και να στρώσουν το δρόμο για την ακόμη μεγαλύτερη πριμοδότηση, και χωρίς προδιαγραφές, των Προγραμμάτων Υποκατάστασης (ΠΥ – χορηγούνται από το κράτος μεθαδόνη και βουπρενορφίνη, δηλαδή νόμιμες ναρκωτικές ουσίες που επιδρούν στο κεντρικό νευρικό σύστημα και προκαλούν εξάρτηση όπως όλα τα ναρκωτικά).

1. «Ο πιο επιβαρυμένος χρήστης είναι εκείνος που κάνει μακροχρόνια χρήση οπιούχων, ηρωίνης δηλαδή, στον οποίο εξάλλου απευθύνονται τα προγράμματα υποκατάστασης. Το πρόγραμμα υποκατάστασης ενδέχεται σε χρήστες που χαρακτηρίζονται από τα παραπάνω να φαίνεται ελκυστικότερο, από ό,τι ένα στεγνό πρόγραμμα, έχει όμως (η θεραπεία με υποκατάστατα) έως σήμερα βοηθήσει πολλούς ανθρώπους να περιορίσουν σημαντικά ή και να διακόψουν τη χρήση ηρωίνης και άλλων ναρκωτικών, να βελτιώσουν την κατάσταση της υγείας τους και να πετύχουν ένα τρόπο φυσιολογικής ζωής, μακριά από την παρανομία και την μικροεγκληματικότητα».

Η αλήθεια είναι: Σήμερα τα ΠΥ λειτουργούν άνευ προδιαγραφών, χωρίς παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης. Εδώ και 16 χρόνια που λειτουργούν η αποτελεσματικότητά τους με βάση τα επίσημα στοιχεία είναι σχεδόν μηδαμινή. Χιλιάδες άνθρωποι (μόνο το 2011 ήταν περίπου 7.000) έχουν βρεθεί στα συγκεκριμένα προγράμματα κι ούτε ένας δεν έχει απεξαρτηθεί, καθώς προσφέρουν συντήρηση κι όχι απεξάρτηση. Δηλαδή, εξασφαλίζουν διά βίου χρήστες όπου τους χορηγείται νόμιμα και μόνιμα κρατική πρέζα. Εξαλείφουν το στερητικό σύνδρομο, χωρίς όμως να προσφέρουν ψυχική απεξάρτηση.

Αποτυπώνεται η πολιτική διαχείρισης της τοξικοεξάρτησης. Δηλαδή, η πολιτική που θέλει να επιβάλει την αντίληψη ότι η τοξικοεξάρτηση δεν είναι αντιμετωπίσιμη και κατά συνέπεια πρέπει να την διαχειριστούμε και να περιορίσουμε τις συνέπειές της.

2. «Τα διαθέσιμα στοιχεία (σ.σ. προηγείται πίνακας όπου αναφέρονται αριθμοί των χρηστών που συμμετέχουν σε ΠΥ και σε «στεγνά» και τα ποσοστά τους – 75% και 25% αντίστοιχα) συνηγορούν υπέρ της αποτελεσματικότητας της θεραπείας υποκατάστασης οπιοειδών, σε συνδυασμό με ψυχοκοινωνική φροντίδα, όσον αφορά την παραμονή των ασθενών σε θεραπεία, τη μείωση της χρήσης, τη μείωση της βλάβης και της θνησιμότητας. Αντίθετα, τα στοιχεία για την αποτελεσματικότητα των στεγνών προγραμμάτων σε θεραπευτικές κοινότητες για τους χρήστες οπιοειδών δεν οδηγούν σε σαφή πορίσματα».

Πάνω από το 70% των χρηστών που ολοκληρώνουν ένα «στεγνό» πρόγραμμα έχουν απεξαρτηθεί. Γιατί ο τοξικομανής μπορεί να θεραπευτεί, όσο μεγάλη και αν είναι η αποδόμηση της προσωπικότητάς του στον κόσμο των ουσιών.

Η μεθαδόνη και η βουπρενορφίνη ανιχνεύονται συχνά στις τοξικολογικές αναλύσεις κι ενίοτε ταυτοποιούνται ως αιτία θανάτου (1994 – 2004 στις ΗΠΑ, οι θάνατοι από μεθαδόνη και τα περιστατικά υπερβολικής δόσης από τη συγκεκριμένη ουσία αυξήθηκαν κατά 390%! Στη Δανία σχεδόν οι μισοί θάνατοι από ναρκωτικά, το 44%, οφείλονται στη μεθαδόνη. Στη Γερμανία σ’ ένα χρόνο σημειώθηκαν 350 θάνατοι από βουπρενορφίνη). Παράλληλα, δημιουργούνται στρατιές εξαρτημένων από υποκατάστατα (2006 – 2009, το 58% των χρηστών που ξεκινούν θεραπεία στη Φινλανδία και το 40% στην Τσεχία αναφέρει κύρια ουσία κατάχρησης τη βουπρενορφίνη. Υψηλά ποσοστά χρηστών αναφέρουν ως κύρια ουσία κατάχρησης τη μεθαδόνη και τη μορφίνη σε Αυστρία, Σλοβακία, Σουηδία).

3. «Τα στεγνά προγράμματα ήταν ανέκαθεν πιο αποτελεσματικά σε χρήστες μικρότερης ηλικίας με εξάρτηση από άλλες ουσίες πλην της ηρωίνης. Δυστυχώς, η εξάρτηση από ηρωίνη χαρακτηρίζεται από υποτροπές, όπως προαναφέρθηκε και άρα ένα ποσοστό αυτών που μπορεί ακόμα και να ολοκλήρωσαν ένα στεγνό πρόγραμμα, σε μελλοντική υποτροπή θα προτιμήσουν το πρόγραμμα υποκατάστασης».

Ενα από τα χαρακτηριστικά στο προφίλ των χρηστών είναι η πολυτοξικομανία, δηλαδή η παράλληλη χρήση 3 και παραπάνω ναρκωτικών ουσιών. Οπότε είναι άκυρο να γίνεται λόγος για χρήστες ηρωίνης. Μοναδική εξαίρεση αποτελούν κάποια από τα στεγνά προγράμματα που απευθύνονται σε εφήβους, οι οποίοι συνήθως είναι χρήστες κάνναβης. Ολες οι εξαρτήσεις χαρακτηρίζονται από υποτροπές, ακόμη και η εξάρτηση από το διαδίκτυο. Τα αίτια των υποτροπών είναι σύνθετα και εντείνονται με την όξυνση των κοινωνικών αντιθέσεων, από την έλλειψη στόχων και προοπτικής. Στα ΠΥ δεν μπορείς να μιλήσεις για υποτροπή καθώς οι άνθρωποι που τα παρακολουθούν είναι διαρκώς στη χρήση.

4. «Η εθνική εμπειρία από το χώρο μπορεί να επιβεβαιώσει τον ορισμό της διεθνούς επιστημονικής κοινότητας, η οποία γνωρίζει πλέον ότι η εξάρτηση είναι μια χρόνια, υποτροπιάζουσα και ιάσιμη νόσος που επηρεάζει τον εγκέφαλο και τη συμπεριφορά».

Η επιστημονική κοινότητα δεν είναι κάτι ενιαίο, γίνεται διαπάλη σε αυτή και ένα μικρό μέρος υποστηρίζει την παραπάνω αντιδραστική αντίληψη, η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της «αντιναρκωτικής» πολιτικής που πλασάρει η ΕΕ. Είναι η ίδια αντίληψη που αναφέρεται το 2008 στο πόρισμα της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής (το ψήφισαν ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΣΥΝ) όπου προσεγγίζει το πρόβλημα των ναρκωτικών ως «αυτοπροκαλούμενη χρόνια υποτροπιάζουσα νόσο» και πάνω στην οποία πάτησε η πολιτική των υποκατάστατων. Με λίγα λόγια, προπαγανδίζουν ότι ο τοξικοεξαρτημένος είναι «άρρωστος» και η «ασθένειά» του χρόνια. Αρα, δεν υπάρχει λόγος το κράτος να εξασφαλίσει δομές απεξάρτησης αφού θα ξανακυλήσει. Αρκεί να πάει στο νοσοκομείο να πάρει το «φάρμακό» του νόμιμα και να αφήσει ήσυχη την κοινωνία.

Η τοξικοεξάρτηση είναι τρόπος ζωής που υποτάσσει σταδιακά και ολοκληρωτικά τον άνθρωπο στην αναζήτηση και την εξασφάλιση της δόσης του. Είναι ένα κοινωνικό πολυσύνθετο και πολυπαραγοντικό πρόβλημα που παράγεται και αναπαράγεται από τις δομές του καπιταλιστικού συστήματος, εκφράζοντας με ακραίο τρόπο την αλλοτρίωση του ανθρώπου. Ο ορισμός που δίνουν η ΕΕ, μερίδα επιστημόνων, τα εγχώρια αστικά κόμματα και επικαλείται ο υπουργός Υγείας αποσκοπεί στην ιατρικοποίηση του φαινομένου, άρα και στη συσκότιση των αιτιών που το γεννούν, μετατοπίζοντας το πρόβλημα σε ιατρικό, ψυχολογικό, αθωώνοντας εντέλει το ίδιο το σύστημα.

5. «Η απαίτηση της μόνιμης και πλήρους απεξάρτησης είναι αντιεπιστημονική και υπερβολική όταν αφορά χρήστες οπιούχων με δεκαετιών εμπειρία χρήσης, με υποτροπές, με ηλικία άνω των 35 ετών, με πολλαπλά προβλήματα σωματικής και ψυχικής υγείας, με ανύπαρκτους οικογενειακούς δεσμούς…».

Σκιαγραφεί το προφίλ ενός χρήστη που τουλάχιστον στην Ελλάδα αποτελεί την εξαίρεση στον κανόνα, συναντάται σπάνια στη χρήση. Το χειρότερο όμως είναι ότι εκφράζει μια ρατσιστική και φασιστική αντίληψη που ορίζει ανθρώπους κάποιας ηλικίας, οικογενειακής κατάστασης ως χαμένες υποθέσεις που θα τους στέλνει σε υπόγεια των νοσοκομείων, δίπλα σε σκουπιδότοπους για να παίρνουν κρατική πρέζα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να αντιμετωπίζει έναν άνθρωπο ως «καμένο χαρτί».

6. «Ακόμη και η απλή διαπίστωση ότι υπάρχει ζήτηση (σ.σ. για τα ΠΥ) θα έπρεπε από μόνη της να είναι αρκετή (…) Ο χώρος της αντιμετώπισης των εξαρτήσεων στην Ελλάδα παρουσιάζει εξαιρετικές ανισότητες (…) Η ανάπτυξη του ΟΚΑΝΑ τα τελευταία 2 χρόνια έγινε με το υπάρχον προσωπικό, παρείχε υπηρεσίες θεραπείας στο 75% των θεραπευόμενων και το υπόλοιπο 25% εξυπηρετείτο από το σύνολο των στεγνών προγραμμάτων. Παρά και το γεγονός ότι ποσοστό μεγαλύτερο του 75% των θεραπευομένων είναι στο πρόγραμμα υποκατάστασης του ΟΚΑΝΑ η χρηματοδότηση του οργανισμού για το 2013 είναι 18 εκατομμύρια ευρώ, όσα δηλαδή και για το ΚΕΘΕΑ που καλύπτει μέρος του 25% των θεραπευομένων (…) Είναι εμφανές ότι σε πρώτη προτεραιότητα είναι η επιτακτική ανάγκη για ορθό συντονισμό στο χώρο των εξαρτήσεων ώστε να εξασφαλίζεται τουλάχιστον η ορθολογική κατανομή των διατιθέμενων πόρων».

Πρόκειται για συνειδητή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, που σηματοδοτεί την πρόθεση της κυβέρνησης να συρρικνώσει/συγχωνεύσει τα «στεγνά» προγράμματα. Η μεγάλη εισροή στα ΠΥ δεν αποτελεί πιστοποιητικό επιτυχίας. Το δίλημμα για το χρήστη ανάμεσα στο «στεγνό» πρόγραμμα και το υποκατάστατο είναι εύκολα επιλέξιμο, καθώς ανάμεσα στην κρατική πρέζα και την επίπονη διαδικασία απεξάρτησης πιο εύκολα επιλέγει το πρώτο. Σε αυτό έρχεται να προστεθεί η κατεύθυνση που δίνουν οι εκάστοτε κυβερνήσεις των δύο τελευταίων δεκαετιών αλλά και ο ΣΥΡΙΖΑ, η ΔΗΜΑΡ, η ΧΑ, ο ΛΑ.Ο.Σ. προς τα ΠΥ. Ακόμη όμως κι αν μιλήσουμε με νούμερα, τα ΠΥ δεν παρέχουν κανενός είδους ψυχοκοινωνική στήριξη ως όφειλαν πέρα από τη χορήγηση υποκατάστατων. Σε αντίθεση με τα «στεγνά» που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών συμβουλευτικής, πρόληψης, απεξάρτησης και επανένταξης, οπότε απαιτείται ακόμη μεγαλύτερη χρηματοδότηση.

Ελένη ΤΖΙΒΡΑ

 Πηγή : http://www.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=7693299